Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2016

Οκνηρία



Η δουλειά σε αποχαυνώνει. Που είναι τα τόσο "σημαντικά" μου προβλήματα που δεν μου επέτρεπαν παλαιότερα να κλείσω μάτι. Με άφηναν αβοήθητη στο ανήλεο στριφογύρισμα του κρεβατιού που λατρεύει το σκοτεινό φόντο και την αργή μουσική. Που είναι; Που είναι εκείνη η γλυκιά αμφισβήτηση της αγάπης και της ματαιότητας των πράξεων προς ανθρώπους για το αν θα εκτιμηθούμε;
Βρήκα μια δουλειά και η κούραση που μου αφήνει τα βράδια δε δίνει περιθώρια αλλαγής. Πού είναι οι ασχολίες; Πού είναι το διάβασμα από επιλογή; Πού είναι οι ώρες χαλάρωσης; Μίκρυνε το 24ώρο και δεν το γνωρίζω; Γιατί δε μου φτάνουν οι ώρες να είμαι εγώ, εκτός δουλειάς; Γιατί μένει ώρα μόνο για δουλειά, αστική συγκοινωνία, υποχρεώσεις και ύπνο;
 Έβλεπα την μητέρα μου μέρες τώρα πολύ κακόκεφη και δεν έμπαινα στον κόπο να την ρωτήσω τι της συμβαίνει γιατί πάντα έχει μία απάντηση. Τα λεφτά. Τι θα κάνουμε, πως θα περάσουμε. Δεν ήθελα να την ακούσω, με συνόδεψε όμως στο γιατρό, περάσαμε λίγη ώρα μαζί και κατευθείαν γέμισε χαρά το πρόσωπο της. Μου είπε τα ίδια, μα τα μοιράστηκε! Ξαλάφρωσε...
Παλιά ρωτούσα, επέμενα, τώρα πια εφησυχάζω στο ψεύτικο τίποτα της. Λέω από μέσα μου, ρώτησες δεν μπορούσες να κάνεις κάτι παραπάνω.
Έμαθα πρόσφατα τι πάει να πει κυνισμός, η λέξη που συχνά ακούμε να χρησιμοποιείται αλλά δε νομίζω πως την έχουμε ορθά τοποθετημένη στο λεξιλόγιο μας, είναι φιλοσοφική έννοια η οποία υποστηρίζεται από εκείνους που προτεραιότητα δίνουν στην καθημερινή ζωή, στη συγκεκριμένη απτή πραγματικότητα χωρίς να δίνουν κάποιο περιθώριο αιθεροβασίας.
Κυνική, λοιπόν, να 'μαι! Βγαίνει από τον όρο κύων, σκύλος. Και όσο και να τα αγαπάω τα άτιμα, δε μ αρέσει να αρκούμαι στα επίγεια. Είναι λίγο.
Φταίει η σιγουριά; Είναι τόσο αποπνικτική που γεμίζει το δωμάτιο και όταν είμαι μόνη. Μόνη παρέα τα κλειστά βιβλία που διαβάστηκαν και άλλα που έμειναν να περιμένουν. Κανένα ανοιχτό αυτόν τον καιρό, μια λίστα αναμονής μονάχα. Έχεις ξανά ακούσει για λίστα αναμονής σε βιβλία; δεν ήθελα ποτέ να το κάνω. Πάντα έλεγα πως θα διαβάσω αυτά που υπάρχουν ήδη σπίτι και μετά θα τρώω όποιο μπαίνει και έτσι έκανα για καιρό. Τώρα έτσι κάνω κατά καιρούς και μπαίνουν βιβλία, από παζάρια, από δώρα, από τους υπόλοιπους του σπιτιού που τα αγαπάνε και αυτοί. Νιώθω ότι δεν προλαβαίνω να τα διαβάσω όλα και απελπίζομαι. Και τα αφήνω όλα.
Μαζεύω τα αρκουδάκια μου, ω! τι σημείο ενηλικίωσης στα 24. Τα μαζεύω γιατί λυπάμαι να τα βλέπω να σκονίζονται, αφού δεν παίζω άλλο.
Δεν παίζω, γιατί το μόνο που κάνω, από αυτά που θυμάμαι  να κάνει ένα παιδί είναι να σκέφτομαι ευτυχή τέλη. Όχι, δεν είναι όνειρα. Είναι συνθήκες της καθημερινότητας που ελπίζω πως θα πάνε καλά. Γιατί αν δεν πάνε, δεν έχει νόημα, θα τα παρατήσω και εγώ μετά.

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015

Η σκάλα




"Για λίγο νεκρός..." Έγραψε, ένιωσε κάποιος κάποια στιγμή και κάποιος άλλος το τραγούδησε, αφού το ένιωσε για να το νοιώσουμε. Μα ο πρώτος κάποιος έζησε... για να μπορέσει να νιώσει νεκρός για λίγο. Πόσο τυχερός υπήρξε. Κι αυτός και όποιος έζησε.
Πως είναι να ζεις. Να είσαι κάτι διαφορετικό από αυτό που επικρατεί. Πως γίνεται να είσαι διαφορετικά από ζωντανός-νεκρός; Αφού έτσι μάθαμε... έτσι "ζήσαμε" τόσα χρόνια!
Και αυτή η επίγνωση; Γιατί δεν είναι από μόνη της λύτρωση, παρά ένα βήμα σε ένα δύσβατο δρόμο. Φυγόπονη δεν με λες, μα γιατί να το διεκδικώ και αυτό;
Ας είναι. Αφού το πρώτο βήμα γίνεται πρέπει να ανεβούμε όλη τη σκάλα. Γιατί σκάλα είναι η ζωή. Χωρίζεται σε μικρές κοφτές επιφάνειες - στιγμές που για να οδηγηθούμε στην επόμενη πρέπει να ξεπεράσουμε την προηγούμενη. Ανόμοιες είναι, μολαταύτα.
Κάποιες είναι πιο ψηλές όσον αφορά το βήμα που θα πραγματοποιήσουμε και πρέπει να "ψηλώσουμε" για να τις ανεβούμε. Έτσι παραμένουμε εκεί. Περπατάμε ξανά και ξανά το ίδιο σκαλί μέχρι να ετοιμαστούμε για το επόμενο. Υπάρχουν βέβαια και τα πιο εύκολα.
Βοήθεια; Η βοήθεια, δεν κατάλαβα ποτέ μου αν κάνει την δουλειά της. Μπορεί να την έκανε δίχως να το κατάλαβα. Μα φανερά; Όταν ήταν να κλάψω, έκλαιγα. Όταν ήταν να καταστραφώ, το ξανάκανα. Και όταν θέλησα να το αφήσω, το άφησα. Ίσως να συνέβαλλε στο να το θελήσω. Θα σας γελάσω και δεν το θέλω. Να γελάσω θέλω. Να φύγει ο πνιχτός ήχος στο μαξιλάρι. Να έρθει ο ανάλαφρος ύπνος.
Μα η ζωή, η σκάλα σε θέλει πάνω της. Δεν την νοιάζει που θα φτάσεις. Αρκεί να πληρώνεις νοίκι. Με τον ιδρώτα της δουλειάς σου, τα δάκρυα της ψυχής σου και το αίμα της σάρκας σου. Να πλουτίζει, να δίνει από τα δέκα σου, το ένα στον επόμενο να ξεκινήσει. Για να της δίνει δέκα πάλι. Δε μπορεί να ήρθαμε για αυτό μόνο. Πως; Κι ο τρόπος σε πόσα κομμάτια έσπασε για να μην μπορούμε να συμπληρώσουμε το πάζλ;
Ας ολοκληρώσω προς το παρόν την άσκοπη φανφαρολογία μου και αύριο πάλι.
                                                        Συνήθιζα να γράφω "ξέφυγα πάλι, συγχώρα με ".                                                                                     Δε ξεφεύγω πια, συγχώρα με.
                                                                                Καληνύχτα!

Κυριακή 7 Ιουνίου 2015

Θεατές

Απαντήσεις δε βρίσκω στα τόσα μου ερωτήματα. Νιώθω σαν απαράλλαχτο μωρό, τουλάχιστον τα αληθινά μωρά έχουν και μια κάποια γλύκα. Μόνη σε κυκεώνες σκέψεων, όπως πάντα. Φοβάμαι τις λέξεις που θα πω κι εκείνες που θα ακούσω. Φοβάμαι να ακούσω και να φωνάξω, μήπως ξυπνήσω.. Άσχημες καταστάσεις γύρω μου, θορυβώδεις! Εκκωφαντικές... διαλύουν τη φασαρία.
Τους βαρέθηκα, αλήθεια, βουτηγμένοι στο εγώ τους. Ποτέ τον άλλον, τους άλλους. Πάντα εκείνοι μπροστά, πιο αυτοί, πιο πολύ οι άλλοι. Κι έτσι συνεχίζουν να πορεύονται μετρώντας και αναμασώντας τις φειδωλές τους συνειδήσεις. πεποιθήσεις μιας ανάρμοστης γενιάς, προικισμένης ευκολία, ακολουθία, αοριστία.
Θέλω να πω όλα όσα αυτά τα χρόνια παρατήρησα, χωρίς να μιλώ, ντροπή πες το, άγχος, κακή άρθρωση...φόβο...φόβο πες το! Στη ζωή μου, συνάντησα ανθρώπους και υπήρξα τυχερή και άτυχη συνάμα να τους βιώσω. Διότι μπορούν να γίνουν φως να σε φωτίσουν, να σε ζεστάνουν, να σε οδηγήσουν! Μ' αυτήν τους την ιδιότητα μπορούν επίσης να σε τυφλώσουν, να σε κάψουν, να σε απομακρύνουν.
Άνθρωποι.
Γνώρισα πολλούς. Συνήθως άκουγα. Σε λίγους μίλησα,
Έχουν θλίψη, κάτι φταίει ...
Οργίζονται, σπάνε, καταριούνται.
Γελούν, συνήθως κοροϊδεύουν.
Μιλούν, συνήθως κοροϊδεύουν.
Υποπτεύονται, πληγώνουν, αδιαφορούν, λυτρώνουν, λησμονούν.
Για ποιόν λόγο;
Για το εγώ τους,,, Γι' αυτό αγαπούν, μισούν, ζουν και πεθαίνουν. Οι άλλοι; Δε θα έλεγα κομπάρσοι, θεατές!
...
...
...
...
...
Διαφοροποίηση; Καμία !



Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015

Κουκίδες


Και αν θελήσω να δώσω άλλη ερμηνεία στην γνωστή φράση "η ζωή είναι κύκλος" ;
Για εμένα ο κύκλος είναι η ζωή μου, με άπειρες κουκίδες ... με πρώτη, από όπου και να ξεκινήσω το "Εγώ μου".
Οι λίγες κοντινές κουκίδες είναι οι κοντινοί μου άνθρωποι. άνθρωποι που βρίσκονται πάντοτε δίπλα μου και άλλοι που μετατέθηκαν για να έρθουν κοντά μου και τόσοι άλλοι να φύγουν μακριά.
Και εσύ μια κουκίδα είσαι στην ζωή μου... απέναντι. Εκεί ξεκίνησες. Την ώρα που εσύ έπαιζες με τις αχτίδες του ήλιου πάνω στο ρολόι σου ... υπενθυμίζοντας στον χρόνο πως τον θεωρείς μονάχα ένα παιχνίδι, μου τράβηξες την προσοχή!
Πάτησα πάνω σε κουκίδες, άλλες τις προσπέρασα την ώρα που κοιτούσαν αλλού, για να σε φτάσω και από απέναντι να βρεθώ κοντά σου. Ήταν δύσκολο ταξίδι ... με μια ταχύτητα στα ύψη ... και η αλήθεια είναι πως σε παραξένεψε η ανησυχία στις προηγούμενες κουκίδες και σταμάτησες.
Σα να με περίμενες... Μα δεν έκανες βήμα προς τα εμένα. Συνέχισες έπειτα ακάθεκτος με το ίδιο βήμα σου, που δεν αλλάζει, ο κόσμος να χαλάσει... Κι εγώ από μακριά ακόμα προσπαθούσα να σε φτάσω, να σε αγγίξω.
Μα κουράστηκα.
Και δεν μπορούσα άλλο να προσπερνώ κουκίδες...
Όταν σταμάτησε πια το ταξίδι, βρήκα κάποιες κουκίδες να με ακολουθούν και άλλες να μένουν μακριά. Κι είδα λίγες νέες να με συντροφεύουν τρυφερά.
Ίσως έπρεπε να το παλέψω παραπάνω... αλλά ήσουν από την αρχή πολύ μακριά.
Και όταν άκουσα, πως κι εσύ κυνηγούσες μια κουκίδα που κάποτε είδες φωτισμένη από την αντανάκλαση του ήλιου και προχωρούσε μακριά σου, κατάλαβα! Πως εκτός από το πόση ενέργεια ξοδεύουμε σε μία κατεύθυνση, σημαντικό ρόλο παίζει και η κατεύθυνση.
Πάντως ένα είναι σίγουρο... η διαδρομή μας, του ενός προς τον άλλον έκανε τον κύκλο ολόκληρο.
Κι αισθάνομαι πως είμαι εκεί που ήσουν κάποτε εσύ και έπαιζες με τις αχτίδες του ήλιου.
Αλήθεια, εσύ γιατί σταμάτησες;